Δεν είδα τον Νυχτερινό Εκφωνητή όπως θα του άξιζε – σε έναν θερινό κινηματογράφο κάποιο βράδυ καλοκαιριού. Αντ’ αυτού, ήταν η πρώτη ταινία που επέλεξα να δω για το 2026, μιας και ήταν για καιρό στη λίστα μου.
Ο Νυχτερινός Εκφωνητής αποτελεί τη 5η μεγάλη μήκους ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη – τον οποίο βρίσκουμε σε ρόλο σεναριογράφου, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή- και σηματοδοτεί την κινηματογραφική του επιστροφή έπειτα από 14 χρόνια και τα 4 Μαύρα Κοστούμια.
Η υπόθεση αφορά έναν βετεράνο ραδιοφωνικό εκφωνητή που βρίσκεται αντιμέτωπος με την κρίση μέσης ηλικίας και τη δύσκολη συνειδητοποίηση της αποτυχίας του στις ερωτικές σχέσεις. Τη νύχτα των 50ων γενεθλίων του, αποφασίζει να κάνει μια διαφορετική εκπομπή και ν’αναζητήσει έναν παλιό του, νεανικό, έρωτα παίζοντας τα μηνύματα του τηλεφωνητή της πάλαι πότε αγαπημένης του – μιας χορεύτριας της Λυρικής Σκηνής και όσο εκείνος ήταν Εύζωνας στην Προεδρική Φρουρά. Ο στόχος του είναι σαφής: να την πείσει να τηλεφωνήσει μέχρι το τέλος της εκπομπής. Ελπίζει στην αναζωπύρωση εκείνου του έρωτα και στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη και σχετική υπόσχεση του παρελθόντος.
Μέσα από τα μηνύματα του τηλεφωνητή και την παιχνιδιάρικη, σαν να χορεύει, φωνή της κοπέλας ταξιδεύουμε σε όλη την πορεία της σχέσης τους – από τη γνωριμία μέχρι και τον χωρισμό τους μέσα από ένα απλό μήνυμα τηλεφωνητή. Δεν πρόκειται για μια σχέση μαγική. Είναι μάλλον κοινότοπη, ανώριμη και θυμίζει εκείνους τους νεανικούς έρωτες που απλώς δε λειτούργησαν. Στο φόντο βρίσκεται η ειδυλλιακή Αθήνα και τα αρχαία της – ολοφώτιστη, άδεια, θελκτική. Μια Αθήνα διαφορετική αλλά ταυτόχρονα το ίδιο ποιητική με εκείνη που βρίσκουμε στα “Φτηνά Τσιγάρα”.

Σ’αυτή την ταινία, ο Ρένος Χαραλαμπίδης είναι πιο αυτοαναφορικός από ποτέ – εντελώς απενεχοποιημένα και σχεδόν ναρκισσιστικά. Προσεκτικά, δεν αναλαμβάνει καμιά ιδιαίτερη ευθύνη για το τέλος εκείνης της σχέσης και ο εαυτός του δείχνει να βρίσκεται παγιδευμένος σε μια μεζοβέζικη κατάσταση. Από τη μια, το παρόν που δε θέλει να αποδεχτεί και από την άλλη, το παρελθόν που πεισματικά αρνείται να αφήσει. Ήταν η θητεία του ως Εύζωνας η κορυφαία στιγμή της ύπαρξής του; Κάπως θλιβερό, μα ίσως κι εκεί να οφείλεται το επαναλαμβανόμενο “Ζήσε, ζήσε, ζήσε…” σε κάποια στιγμή της ταινίας.
Επικρατεί νοσταλγία για το ωραιοποιημένο παρελθόν και η ψευδαίσθηση πως η αναβίωση ενός παλιού έρωτα ίσως να μπορεί να δώσει νόημα σε μια ζωή που τίποτα δε δείχνει να ξεχωρίζει. Η ανατροπή, το plot twist σαν να λέμε, της ταινίας λειτουργεί ως η βίαια επιστροφή στην πραγματικότητα. Τέλος η ονειροπόληση. Έτσι έχουν τα πράγματα.
“Δεν πέρασε ο καιρός. Ήρθε ο καιρός”. Αυτή είναι η φράση που ξεχωρίζει από την ταινία. Ήρθε ο καιρός, αλλά για το τι; Ανοιχτό στην κρίση μας.

Είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορώ να είμαι αμερόληπτη, διότι αγαπώ όλες τις ταινίες του Χαραλαμπίδη λίγο-πολύ. Δεν πρόκειται για την αγαπημένη μου ταινία του. Νιώθω πως θα μπορούσε να είχε συνοψιστεί σε λιγότερο χρόνο, να είναι ίσως μια μικρού μήκους ταινία. Ωστόσο, η φωτογραφία του Κωστή Γκίκα είναι εξαιρετική. Οι μουσικές επιλογές με κορυφαίο το Je Crois Entendre Encore είναι υπέροχες.
Και ίσως η ταινία να επιτελεί, τελικά, τον σκοπό της ως ένα ερωτικό γράμμα στην αφέλεια της νιότης, την αίγλη του ραδιοφώνου, τις χαμένες ευκαιρίες και τους περασμένους έρωτες που δε θα αναζωπυρωθούν – και φυσικά, την ίδια την Αθήνα.
Πληροφορίες
Παίζουν οι: Ρένος Χαραλαμπίδης, Μαργαρίτα Αμαραντίδη, Ελευθερία Στάμου
Σενάριο – Σκηνοθεσία: Ρένος Χαραλαμπίδης
Παραγωγή: Boo Productions
Με τη χρηματοδότηση του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου
Συμπαραγωγή: ΕΡΤ, FRONTSTAGE & EN LEFKO 87.7
Χρώμα: Έγχρωμο
Διάρκεια: 74’
Διανομή: Danaos Films